2 Δεκ 2008

Η πιο όμορφη ιστορία του κόσμου...



[ "Το μεγαλύτερο δώρο", Η ιστορία του Τέταρτου Μάγου, Χένρυ Βαν Ντάυκ, διασκευή για παιδιά: Σούζαν Σάμμερς, εκδόσεις Πατάκη]


Θα γνωρίζετε, βέβαια, την ιστορία των τριών Μάγων, που ταξίδεψαν από τα βάθη της Ανατολής για να προσφέρουν τα δώρα τους στη Φάτνη της Βηθλεέμ. Έχετε όμως ακούσει ποτέ την ιστορία του τέταρτου Μάγου, που είδε κι αυτός το αστέρι να ανατέλλει και κίνησε να το ακολουθήσει;


Τον καιρό που αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο Αύγουστος Καίσαρας και στην Ιουδαία βασίλευε ο βασιλιάς Ηρώδης, ζούσε στα Εκβάτανα, σε μια πόλη βαθιά μες στα βουνά της Περσίας, ένας άντρας που λεγόταν Αρταβάν.

Από την οροφή του σπιτιού του Αρταβάν φαίνονταν ψηλά τείχη, άσπρα, μαύρα, πορφυρά, γαλάζια, κόκκινα και ασημένια, και, περ’ απ’ αυτά, ψηλά σ’ ένα λόφο, άστραφταν σαν μεγάλο διαμάντι πάνω από την πόλη τα ανάκτορα του αυτοκράτορα, το σπίτι του Αρταβάν ήταν τριγυρισμένο από έναν πανέμορφο κήπο, γεμάτο λουλούδια και οπωροφόρα δένδρα, που ποτιζόταν από κελαρυστά ρυάκια και γέμιζε μουσική από αναρίθμητα πουλιά.


Στη μέση του κήπου ορθωνόταν ένας πύργος, ψηλότερος κι από τα πιο ψηλά δένδρα. Από το παράθυρο αυτού του πύργου έφεγγε συχνά ως αργά τη νύχτα ένα λυχνάρι, αφού εκεί ήταν το εργαστήρι του Αρταβάν. Ο Αρταβάν ήταν οπαδός της πίστης του Ζωροάστρη. Μελετούσε την αέναη πάλη ανάμεσα στις δυνάμεις του καλού και του κακού, εξερευνούσε τα μυστικά της φύσης και, προπάντων, τα μυστικά του ουρανού της νύχτας.

Ο Αρταβάν είχε τρεις φίλους, τον Γασπάρ, τον Μελχιόρ και τον Βαλτάσαρ. Η γνώση των αστέρων αποτελούσε και για τους τέσσερις άντρες την ανώτερη μορφή της επιστήμης.

Μιαν ανοιξιάτικη νύχτα, όπως οι τέσσερις φίλοι παρατηρούσαν τον ουρανό, είδαν δύο μεγάλους πλανήτες να συμπλησιάζουν στον αστερισμό του Ιχθύος και ένα αστέρι να φέγγει λαμπρά, πιο λαμπρά απ’ όλα τ’ άστρα που γνώριζαν ως τότε.

Οι τέσσερις άντρες γνώριζαν από τη μελέτη τους ότι αυτό το αστέρι προμήνυε την έλευση ενός μεγάλου δασκάλου που επρόκειτο να γεννηθεί στο λαό του Ισραήλ. Αμέσως, λοιπόν, αποφάσισαν να ακολουθήσουν το αστέρι. Συμφώνησαν να βρεθούν σ’ ένα μέρος μακρινό, στο Ναό των Επτά Πλανητών της Βαβυλώνας. Από ’κεί, μ’ ένα καραβάνι εφόδια, θ’ ακολουθούσαν το αστέρι έως τα Ιεροσόλυμα, για να προσκυνήσουν το βρέφος.

Ο Αρταβάν τακτοποίησε βιαστικά όλες τις υποθέσεις του. Πούλησε το όμορφο σπίτι του με τους ευωδιαστούς κήπους και αγόρασε τρία κοσμήματα – ένα ζαφείρι, ένα ρουμπίνι και ένα μαργαριτάρι – για να τα προσφέρει ως δώρα στο νεογέννητο βρέφος. Την παραμονή της αναχώρησής του αποχαιρέτησε το γέροντα πατέρα του και γονάτισε να πάρει την ευχή του.

Προτού χαράξει, πριν ακόμα λαλήσουν τα πρώτα πουλιά, ο Αρταβάν κατέβηκε στους στάβλους, όπου το αγαπημένο άλογό του, η Βάσδα, περίμενε στο παχνί της σελωμένη και χαλινωμένη, τινάζοντας τα χαλινάρια της και χτυπώντας ανυπόμονα τις πολλές της στο έδαφος. Ο Αρταβάν πήδησε στη σέλα και σε λίγο κάλπαζε γοργά προς τη Δύση. Έπρεπε να φτάσει στο Ναό των Επτά Πλανητών την προκαθορισμένη νύχτα, και το ταξίδι ήταν δύσκολο και μακρύ.

Ο Αρταβάν ήξερε τις δυνάμεις της Βάσδας και προχωρούσε γοργά, ταξιδεύοντας ως αργά τη νύχτα και κινώντας πολύ πριν από την ανατολή κάθε πρωί. Τα βράδια, μόλις ο ήλιος βασίλευε πίρσω από τους λόφους, το λαμπρό καινούριο αστέρι φώτιζε το δρόμο του.

Κάποτε, ύστερ’ από δέκα μερόνυχτα, αντίκρυσε τα μεγάλα τείχη της Βαβυλώνας. Επιτέλους! Σε τρεις ώρες θα βρισκόταν στο Ναό των Επτά Πλανητών.

Όπως προσπερνούσε ένα σύδεντρο από φοινικιές έξω από τα τείχη της πόλης, η Βάσδα αναπήδησε. Έγειρε το κεφάλι της, χλιμίντρισε απαλά και ύστερα κοντοστάθηκε, ριγώντας σύγκορμη, εμπρός από ένα σκούρο όγκο που διαγραφόταν στο σκοτάδι.

Ο Αρταβάν ξεπέζεψε. Στο λιγοστό φως των αστέρων διέκρινε αμυδρά τη μορφή ενός άντρα σωριασμένου καταμεσής του δρόμου. Έσκυψε κι άγγιξε το κεφάλι του άντρα. Αυτός έβγαλε τότε έναν άψυχο στεναγμό και γαντζώθηκε από το χιτώνα του Αρταβάν με τα μακριά, αποστεωμένα δάχτυλά του.

Ο Αρταβάν ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. Ο άντρας χρειαζόταν βοήθεια. Αλλά πώς να σταθεί να τον βοηθήσει εκείνη τη νύχτα, ειδικά εκείνη τη νύχτα;

- Θεέ της αλήθειας και της αγνότητας, προσευχήθηκε ο Αρταβάν, οδήγησέ με στον ιερό δρόμο, στην οδό της σοφίας, που εσύ τη γνωρίζεις καλύτερα απ’ όλους τους θνητούς.

Έφερε λίγο νερό και το ανακάτεψε με μερικά από τα ιαματικά βότανα που είχε πάντα μαζί του. Στήριξε το κεφάλι του αρρώστου στο μπράτσο του και άρχιζε να στάζει σιγά σιγά το φάρμακο στο στεγνό στόμα του. Έσταζε κάθε τόσο, λίγες σταγόνες κάθε φορά. Ύστερα περίμενε κι έσταζε πάλι.

Στο τέλος ο ασθενής άρχισε να ανακτά τις δυνάμεις του.
- Ποιος είσαι; ρώτησε. Και γιατί μ’ έφερες πάλι στη ζωή;
- Λέγομαι Αρταβάν. Έρχομαι από τα Εκβάτανα και πηγαίνω στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσω αυτόν που θα γεννηθεί Βασιλεύς των Ιουδαίων. Φοβάμαι να μείνω περισσότερο μαζί σου. Το καραβάνι που με περιμένει μπορεί να φύγει χωρίς εμένα. Αλλά, να, κράτησε όλο το ψωμί και το κρασί που μου έχει απομείνει και τούτο το φάρμακο από ιαματικά βότανα.

Ο ασθενής ύψωσε σεμνά το τρεμάμενο χέρι του προς τον ουρανό.
- Είθε ο Θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ να σε ευλογεί και να σου φέρνει ειρήνη! Και τώρα άκου: ο Μεσσίας δε θα γεννηθεί στα Ιεροσόλυμα, αλλά στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Είθε ο Κύριος να σε οδηγήσει σ’ εκείνο το μέρος με ασφάλεια, επειδή μ’ ελέησες και μου έσωσες τη ζωή.

Ήταν ήδη περασμένα μεσάνυχτα. Ο Αρταβάν συνέχισε να καλπάζει γοργά μες στη σιωπηλή πεδιάδα, αλλά, όταν έφτασε στο Ναό των Επτά Πλανητών, οι φίλοι του δε φαίνονταν πουθενά.

Τότε, σε μια άκρη του ναού, είδε ένα μικρό σωρό από πέτρες και, κάτω απ’ αυτές, ένα κομμάτι περγαμηνή. Ανέβηκε, σήκωσε την περγαμηνή και διάβασε: «Δεν μπορούμε να περιμένουμε άλλο. Φεύγουμε να βρούμε το Βασιλέα των Βασιλέων».

Ο Αρταβάν γύρισε κι ατένισε την έρημο. «Πώς θα φτάσω τώρα στην Ιουδαία» αναρωτήθηκε, «χωρίς τρόφιμα και μ’ ένα καταπονημένο άλογο; Πρέπει να γυρίσω στη Βαβυλώνα, να πουλήσω το ζαφείρι μου ν’ αγοράσω τρόφιμα και καμήλες για το ταξίδι. Αλλά μπορεί να μην προλάβω ποτέ τους φίλους μου. Μόνον ο Θεός ξέρει αν θα χάσω την ευκαιρία να δω τον Βασιλέα των Βασιλέων, επειδή σταμάτησα να βοηθήσω έναν άνθρωπο που πέθαινε».

Ο Αρταβάν γύρισε λοιπόν στη Βαβυλώνα, πούλησε το αστραφτερό ζαφείρι του και το αγαπημένο άλογό του, τη Βάσδα, αγόρασε ένα καραβάνι καμήλες και ύστερα άρχισε το ταξίδι του μεσ’ από την αφιλόξενη έρημο.

Γύρω του ορθώνονταν ψηλοί γκρεμοί, τρομακτικοί σαν οστά αρχαίων τεράτων. Λόφοι από κινούμενη άμμο που άλλαζαν συνέχεια θέση έζωναν το δρόμο του. Την ημέρα δυνατός καύσωνας καψάλιζε τη γη και πουθενά δε φαινόταν ζωντανό πλάσμα να κινείται. Τη νύχτα τα τσακάλια αλυχτούσαν και ούρλιαζαν από μακριά, ενώ δριμύ ψύχος σκέπαζε τους αμμόλοφους. Αλλ’ αυτός συνέχιζε το δρόμο του, ακολουθώντας πιστά το λαμπρό νέο αστέρι, ωσότου, όπως είχε πει ο άρρωστος άντρας, αυτό στάθηκε και φώτισε το χωριό της Βηθλεέμ, στη γη του Ιούδα.

Ο Αρταβάν μπήκε στο χωριό γεμάτος ελπίδα. Τώρα θα κατάφερνε επιτέλους να προσφέρει το μαργαριτάρι και το ρουμπίνι του στο Βασιλιά. Αλλά οι δρόμοι του χωριού ήταν έρημοι. Αναρωτήθηκε μήπως οι άντρες είχαν ανέβει στα βοσκοτόπια να μαζέψουν τα πρόβατά τους.
Τότε, από την ανοιχτή πόρτα μιας πέτρινης καλύβας, άκουσε κάποιον να τραγουδά σιγανά. Μπήκε μέσα και είδε μια νεαρή γυναίκα να νανουρίζει το μωρό της.

Ναι, απάντησε η γυναίκα, πριν από μερικές μέρες έφτασαν τρεις ξένοι από την Ανατολή. Είπαν ότι ένα άστρο τους οδήγησε στο μέρος όπου έμενε ο Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ μαζί με τη σύζυγό του και το νεογέννητο παιδί της, απέτισαν μεγάλες τιμές στο βρέφος και του πρόσφεραν πολλά δώρα.

- Αλλά, συνέχισε η γυναίκα, οι ταξιδιώτες εξαφανίστηκαν ύστερ’ από λίγο. Και ο άντρας από τη Ναζαρέτ λέγεται ότι έφυγε στην Αίγυπτο μαζί με την οικογένειά του. Λες κι έχει πέσει κατάρα στο χωριό μας! Ακούγεται μάλιστα ότι έρχεται κι ο ρωμαϊκός στρατός να επιβάλει νέους φόρους. Οι άντρες του χωριού πήρανε τα κοπάδια και τα πήγανε ψηλά στο βουνό για ν’ αποφύγουν το φόρο. Όπως ο Αρταβάν άκουγε τη γλυκιά φωνή της γυναίκας, το μωρό άπλωσε το χεράκι του και άγγιξε το πρόσωπό του.

Έξαφνα ακούστηκε από το δρόμο σαματάς μεγάλος και φωνές και κλάματα γυναικών και κλαγγή από ξίφη και μια κραυγή απελπισίας: «Οι στρατιώτες! Ο στρατός του Ηρώδη! Σφάζουνε τα παιδιά μας!»

Το πρόσωπο της νεαρής γυναίκας πάνιασε από τον τρόμο. Έσφιξε το μωρό στην αγκαλιά της, χώθηκε στην πιο σκοτεινή γωνιά και το σκέπασε με το φόρεμά της. Ο Αρταβάν έτρεξε αμέσως στην είσοδο. Η κορφή του λευκού σκούφου του σχεδόν άγγιζε το ανώφλι της πόρτας. Μόλις οι στρατιώτες πλησίασαν στην καλύβα, κάλεσε τον επικεφαλής και του είπε: «Είμαι μόνος μου εδώ πέρα και, αν με αφήσεις στην ησυχία μου, θα σου δώσω τούτο το κόσμημα».

Έβγαλε τότε και του έδειξε το ρουμπίνι, που λαμπύριζε μες στην παλάμη του σαν μεγάλη σταγόνα αίμα. Ο αξιωματικός κοίταξε το ρουμπίνι με μάτια γουρλωμένα από απληστία και το άρπαξε αμέσως. «Προχωράτε!» έδωσε διαταγή. Όπως απομακρύνονταν οι στρατιώτες, ο Αρταβάν γύρισε προς την Ανατολή και προσευχήθηκε:
- Θεέ της αλήθειας, συγχώρεσε το ψέμα μου. Είπα κάτι που δεν ήταν αλήθεια για να σώσω τη ζωή ενός παιδιού. Έδωσα τώρα και το δεύτερο από τα δώρα μου. Άραγε θ’ αξιωθώ ποτέ να δω το Βασιλέα των Βασιλέων;

Αλλ’ από το σκοτάδι πίσω του άκουσε τη φωνή της κοπέλας να λέει:
- Επειδή έσωσες το μικρό παιδί μου, είθε ο Κύριος να σ’ ευλογεί και να σε φυλάει. Είθε ο Κύριος να στρέψει το πρόσωπό του σ’ εσένα και να σ’ ελεήσει. Είθε ο Κύριος να σου δίνει ειρήνη, και τώρα και πάντα.

Ο Αρταβάν έφυγε λοιπόν με τις ευλογίες της γυναίκας και κίνησε προς την Αίγυπτο, ρωτώντας παντού για την οικογένεια από τη Βηθλεέμ. Αλλά κανείς δεν τους είχε δει. Και το άστρο της Βηθλεέμ είχε χαθεί πια από τον ουρανό της νύχτας, κι έτσι ο Αρταβάν δεν ήξερε πού να συνεχίσει την έρευνά του. Πήγε λοιπόν σ’ ένα γερο – σοφό Εβραίο ραβίνο και ζήτησε τη συμβουλή του.
- Γιε μου, οι γραφές έχουν προβλέψει ότι ο Βασιλεύς των Βασιλέων θ’ ατιμαστεί και θα περιφρονηθεί από τους ανθρώπους. Δε θα τον βρεις να ζει σε ανάκτορα, ούτε μαζί με τους πλούσιους και τους ισχυρούς. Αν τον γυρεύεις, ψάξε ανάμεσα στους φτωχούς και τους ταπεινούς, στους λυπημένους και τους ασθενείς.

Τα χρόνια περνούσαν κι ο Αρταβάν συνέχιζε το ταξίδι του, γυρεύοντας πάντα την οικογένεια από τη Βηθλεέμ στα πιο φτωχά μέρη. Περνούσε από πόλεις όπου οι άνθρωποι υπέφεραν από πείνα, περνούσε από τόπους όπου οι άνθρωποι πέθαιναν από αρρώστιες και, παρ’ ολο που δεν έβρισκε πουθενά τον Βασιλέα των Βασιλέων να τον προσκυνήσει, έβρισκε πολλούς ανθρώπους να βοηθήσει. Όπου πήγαινε, έδινε τροφή στους πεινασμένους, έντυνε τους γυμνούς, θεράπευε τους ασθενείς και επισκεπτόταν τους φυλακισμένους. Και τα χρόνια του περνούσαν πιο γρήγορα ακόμα κι από τη σαΐτα του αργαλειού που τρέχει μπρος πίσω ανάμεσα στο στημόνι, ενώ το υφαντό μεγαλώνει και το σχέδιο ολοκληρώνεται.

Κάπου κάπου, έκανε στάση, έβγαζε από το πουγκί το μαργαριτάρι, το τελευταίο δώρο του, το ατένιζε και αναρωτιόταν αν θα καταφέρει τελικά να συναντήσει τον Βασιλιά των Βασιλέων.

Τριάντα τρία χρόνια έχουν περάσει απ’ όταν ο Αρταβάν είδε για πρώτη φορά το άστρο και κίνησε για το ταξίδι του. Τώρα, γέρος πια και αποκαμωμένος, ταξίδευε προς τα Ιεροσόλυμα να ψάξει μια τελευταία φορά.

Έφτασε στην πόλη τις μέρες του Πάσχα. Τα Ιεροσόλυμα έσφυζαν από κόσμο που είχε έρθει για τη μεγάλη γιορτή. Αλλ’ αυτή τη φορά υπήρχε στην ατμόσφαιρα ένα προαίσθημα κακού. Απ’ όλες τις μεριές ακούγονταν σανδάλια που πλατάγιζαν και γυμνά πόδια που σέρνονταν επάνω στις πέτρες, όπως τα πλήθη συνέρρεαν προς την πύλη της Δαμασκού.
- Μα τι συμβαίνει εδώ; Ρώτησε ο Αρταβάν.
- Δεν τα ’μαθες; Απάντησε ένας νεαρός. Θα γίνει μια σταύρωση σε λίγο. Θα σταυρώσουνε δυο ληστές κι κάποιον άλλον, κάποιον που ονομάζεται Ιησούς από τη Ναζαρέτ. Λένε ότι αυτός ο άντρας έχει κάνει κι έχει πει πολλά θαυμαστά πράγματα κι όλοι τον αγαπούν πολλοί, αλλά οι αρχιερείς κι οι πρεσβύτεροι λένε ότι πρέπει να θανατωθεί, επειδή αποκαλεί τον εαυτό του Υιό του Θεού.

O Αρταβάν αμέσως κατάλαβε ότι αυτός ο άντρας ήταν ο Βασιλεύς των Βασιλέων που αναζητούσε όλα αυτά τα χρόνια. Η καρδιά του πήγε να σπάσει και προς στιγμήν σάστισε. Αλλά, συλλογίστηκε, αν πρόσφερε το μαργαριτάρι στον ρωμαίο ηγεμόνα, τον Πόντιο Πιλάτο, ίσως κατάφερνε να σώσει τη ζωή του Ιησού.

Κίνησε βιαστικά προς την πύλη της Δαμασκού. Αλλά, όπως έμπαινε στο φρουραρχείο, είδε ένα στρατιωτικό απόσπασμα να κατηφορίζει το δρόμο σέρνοντας μια κοπέλα με σχισμένο φουστάνι και μαλλιά ανακατωμένα. Ο Αρταβάν στάθηκε και κοίταξε, και τότε η κοπέλα γλίστρησε από τα χέρια των βασανιστών της και έπεσε στα πόδια του.

- Ελέησέ με! κραύγασε. Σώσε με! Ο πατέρας μου ήταν οπαδός του Ζωροάστρη. Από τα ρούχα σου καταλαβαίνω ότι ανήκεις κι εσύ στην ίδια πίστη. Ο πατέρας μου πέθανε και τώρα πρέπει να πουληθώ σε δουλεμπόρους για να πληρώσω τα χρέη του. Βοήθησέ με, σε ικετεύω!

Ο Αρταβάν κοίταξε την κοπέλα και ρίγησε. Βρισκόταν τρίτη φορά εμπρός στο ίδιο δίλημμα: να κρατήσει το κόσμημά του για να το δωρίσει στο Βασιλιά των Βασιλέων ή να το δώσει για να σώσει ένα συνάνθρωπό του; Καταλάβαινε όμως ότι θα ήταν μια πραγματική πράξη αγάπης να σώσει το αβοήθητο κορίτσι.

Ο Αρταβάν έβγαλε το ανεκτίμητο μαργαριτάρι από το πουγκί του και το απόθεσε στο χέρι της κοπέλας.
- Να, κόρη μου, τα λύτρα σου! Είναι ο τελευταίος θησαυρός που φύλαγα για το Βασιλέα των Βασιλέων, αυτόν που τώρα σταυρώνεται.

Όπως μιλούσε, ο oυρανός σκοτείνιασε και ο δρόμος άρχισε να τρέμει ολόκληρος, σαν άνθρωπος που σφαδάζει από τον πόνο. Τα σπίτια κλυδωνίζονταν, πέτρες έπεφταν και συντρίβονταν καταγής και σύννεφα σκόνης σηκώνονταν. Οι στρατιώτες το έβαλαν στα πόδια κατατρομαγμένοι, τρεκλίζοντας σαν μεθυσμένοι, και ο Αρταβάν και η κοπέλα κρύφτηκαν πίσω από τους τοίχους του φρουραρχείου.

Η γη σείστηκε μια τελευταία φορά. Τότε, ένα βαρύ κεραμίδι έφυγε από τη σκεπή, έπεσε και χτύπησε τον Αρταβάν στον κρόταφο.

Όπως η κοπέλα έσκυβε από πάνω του, νομίζοντας ότι ο γέροντας είναι νεκρός, ακούστηκε μεσ’ απ’ το σκοτάδι μια φωνή, πολύ σιγανή και πολύ ήρεμη, σαν μουσική που έρχεται από μακριά. Η φωνή έλεγε:
- Να έχεις πάντα ειρήνη, Αρταβάν. Όταν πεινούσα, εσύ μου πρόσφερες τροφή, όταν ήμουν γυμνός, εσύ μ’ έντυσες, όταν ήμουν λυπημένος, εσύ με παρηγόρησες. Ό, τι έκανες, ακόμα και για το πιο ταπεινό παιδί μου, για μένα το έκανες.

Ένα γαλήνιο φως φώτισε το πρόσωπο του Αρταβάν και ένας μακρύς, τελευταίος στεναγμός ανακούφισης άφησε τα χείλη του. Το ταξίδι του ήταν στο τέλος του. Είχε βρει επιτέλους το βασιλιά του".

Πολλοί είναι οι συγγραφείς που έχουν εμπνευστεί από την ιδέα ενός τέταρτου μάγου, που είδε κι αυτός το άστρο που προμήνυε τη γέννηση του Χριστού, αλλά δεν πρόλαβε να φτάσει εγκαίρως στη Βηθλεέμ.

Η κεντρική ιδέα της ιστορίας των Τριών Μάγων και των μεταγενέστερων ιστοριών για τον Τέταρτο Μάγο είναι το ότι τονίζουν ότι ο Μεσσίας είναι ένας δάσκαλος, που το μήνυμά του δεν ήταν σημαντικό μόνο για τον ιουδαϊκό λαό, το λαό της καταγωγής του ή για το χριστιανικό ευρύτερα κόσμο, αλλά για ολόκληρο τον κόσμο, σε όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου. Καθένας από τους Μάγους που είδαν το άστρο κατάλαβε ότι αυτό σήμαινε τη γέννηση ενός δασκάλου που έφερνε ένα πανανθρώπινο μήνυμα. Η ιστορία του Χένρυ Βαν Ντάικ εξαίρει αυτό το θέμα, αφού ο Αρταβάν βιώνει και κάνει πράξη τη διδασκαλία του Ιησού: αφιερώνει τη ζωή του στην υπηρεσία των ανθρώπων, αναζητώντας το Βασιλέα των Βασιλέων, χωρίς να κάνει διακρίσεις εις βάρος ανθρώπων που ανήκουν σε διαφορετικές φυλές ή πρεσβεύουν διαφορετικά «πιστεύω» από τα δικά του.

Φαίνεται από την ιστορία μας ότι συνάμα μπορούμε να αξιοποιούμε την απογοήτευση, πως η δύναμη της πίστης μπορεί να μεταμορφώνει τη ζωή μας και πως το εσωτερικό ταξίδι μες στη ζωή αντικατοπτρίζεται στο εσωτερικό ταξίδι της ψυχής.

Για μένα αυτή η ιστορία δεν είναι ένα ακόμα χριστουγεννιάτικο παραμύθι, αλλά μια ιστορία που κρύβει όλο το νόημα του Χριστιανισμού!!! Είναι μια μαγική ιστορία για τη δύναμη της αγάπης...

Για έναν καθηγητή / δάσκαλο, η τελευταία ημέρα των μαθημάτων πριν τις διακοπές είναι πραγματικά δύσκολη, καθώς τα παιδιά έχουν τρελά κέφια. Αυτή τη μέρα προσπαθώ να την περάσουμε όλοι μαζί ευχάριστα με διάφορους τρόπους. Αυτό που κάνω πάντα, είναι να τους διαβάσω αυτό το παραμύθι. Κάποια παιδιά το άκουσαν 6 χρονιές - στο γυμνάσιο και στο λύκειο - και δεν δυσανασχέτησαν στιγμή...

6 σχόλια:

Δημιουργία είπε...

Πολύ όμορφη ιστορία, γεμάτη αγάπη. Ελπίζω οι μαθητές σου να κατανοούν τα διδάγματά της και μακάρι να τα κάνουν πράξη-όχι μόνο οι μαθητές αλλά όλος ο κόσμος!

olive tree girl είπε...

Δεν είχα ξανακούσει για τον Τέταρτο Μάγο και η ιδέα μου άρεσε πολύ! Η ιστορία που περιγράφεις είναι πολύ τρυφερή, γεμάτη όμορφα νοήματα. Μου αρέσει η επαφή που έχεις με τους μαθητές σου, μακάρι όλοι οι δάσκαλοι να νοιάζονταν τόσο...

πουαντερι είπε...

Πολυ μου αρεσε η ιστορια σου γιατι παραμυθι δεν μπορω να το πω μιας και βρισκω πολλη αληθεια μεσα του.
Το αποθηκευσα και θα το διαβασω στα παιδια και αν μου επιτρεπεις θα το στειλω και στις ταξεις τους να το διαβασουν και τα υπολοιπα παιδια!!!

αχτίδα είπε...

Είχα ακούσει για το παραμύθι του Τέταρτου Μάγου, υπέροχο που το διάβασα το αντέγραψα και θα το τύπωσα να το διαβάσω στα εγγόνια μου, θα ψάξω να το βρω το βιβλίο .Για να σε ευχαριστήσω για την όμορφη ιστορία θα κάτσω να κάνω τώρα κι όλας " μεθυσμένα" και θα σας τα δείξω και θα σας πω ξανά τη συνταγή που μάλλον θα την ξέρεις ίσως.Ευχαριστώ για την όμορφη απόλαυση που μου έδωσες.

twinkle είπε...

Χαίρομαι πάρα πολύ που σας άρεσε η ιστορία, αλλά πιο πολύ χαίρομαι που επιμείνατε και διαβάσατε ένα τόσο μεγάλο κείμενο. Για να είμαι ειλικρινής, δεν περίμενα να διαβαστεί αυτή η ανάρτηση.

Δεν ξέρω αν η ιστορία είναι αληθινή, αλλά αυτό δεν έχει καμιά σημασία...

Εννοείται ότι ο καθένας μπορεί να τη χειριστεί όπως θέλει, όμως το βιβλίο είναι πολύ πιο ωραία, καθώς έχει όλο το κείμενο και υπέροχες εικόνες.

Θα σας βάλω άλλη μια ιστορία για τον Άγιο Βασίλη!

τα παπούτσια της Dorothy είπε...

Τί όμορφη ιστορία! Τελικά οι μαθητές σου -απ'ό,τι έχω καταλάβει- είναι πολύ τυχεροί! Καλό σου βράδυ!