21 Απρ 2008

Εν όψει Πάσχαλινής περιόδου


Πασχαλινές αναμνήσεις από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη



Ο διαγωνισμός του «Δελτίου της Εστίας» στα 1880 «προς συγγραφήν ελληνικού διηγήματος» υπήρξε καθοριστικός για τη διαμόρφωση και την εξέλιξη της νεοελληνικής λογοτεχνίας, καθώς αποτέλεσε αφορμή για την αποδέσμευση της από το ιστορικό μυθιστόρημα του Ρομαντισμού και τη στροφή προς το σύντομο διήγημα, το ηθογραφικό διήγημα, όπως ονομάζεται, εκείνο δηλαδή που περιγράφει την ελληνική ύπαιθρο, το ελληνικό χωριό και τους απλοϊκούς του κατοίκους. Επικρατεί - με άλλα λόγια - μια τάση αξιοποίησης του λαογραφικού μας πλούτου. Κυριότεροι ηθογράφοι της εποχής είναι ο Γεώργιος Βιζυηνός, ο Γεώργιος Δροσίνης, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, ο Ιωάννης Κονδυλάκης, ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και, φυσικά, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Ο τελευταίος – μαζί με τον εξάδερφό του Αλέξανδρο Μωραϊτίδη – είναι αυτός που καθιέρωσε, μέσω του ελληνικού τύπου, στα τέλη του 19ου αιώνα, το λεγόμενο «εορτάσιμο διήγημα». Αν και ξενόφερτο, αποκτά αμιγή ελληνικό χαρακτήρα, καθώς προσαρμόζεται και συγχωνεύεται με την ορθόδοξη παράδοση κι έτσι επιβιώνει για μεγάλο διάστημα. Ο Μωραϊτίδης δημοσιεύει στην εφημερίδα «Ακρόπολις» στα 1884 επιφυλλίδα με τον τίτλο «Εικόνες», ένα από τα πρώτα εορτάσιμα διηγήματα και μάλιστα Χριστουγεννιάτικο. Ο Παπαδιαμάντης ήδη από τα 1881 δημοσιεύει εορταστικά κείμενα με αναφορά τα Θεοφάνια και τη Μεγάλη Εβδομάδα. Τα κείμενά του που αναφέρονται στο «Δωδεκαήμερο» αριθμούν τα είκοσι, ενώ τα πασχαλινά είναι επτά. Πέρα όμως από τα γνήσια διηγήματα, ο Παπαδιαμάντης ασχολήθηκε και με τη συγγραφή χρονογραφικών κειμένων και άρθρων, τα οποία αν συνυπολογιστούν με τα εορταστικά διηγήματα, φτάνουν τα σαράντα.
Τα γνησιότερα διηγήματά του ο Παπαδιαμάντης τα γράφει για το Πάσχα, ίσως επειδή η ορθόδοξη «Χαρμολύπη» είναι πλησιέστερη στο ήθος και στο ύφος του. Τα περισσότερο γνωστά διηγήματά του είναι τα ακόλουθα: «Λαμπριάτικος ψάλτης», «Παιδική Πασχαλιά», «Εξοχική Λαμπρή», «Η τελευταία βαπτιστική», «Στην Άγι-Αναστασιά», «Δίχως στεφάνι», «Ο αλιβάνιστος». Η θρησκευτικότητα στα διηγήματά του είναι διάχυτη, αλλά όχι αυτοσκοπός. Συνήθως ξεκινά από τη συγκεκριμένη γιορτή και, αφού περιγράψει το ευρύτερο πλαίσιο και τα έθιμα, στρέφει το «φακό» του σε ένα θέμα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Η προσέγγιση του στη γιορτή του Πάσχα δεν είναι δογματική. Τα κείμενά του υμνούν τη φύση, την ανθρώπινη χαρά, τα λαϊκά έθιμα, τις θρησκευτικές τελετές: «…προπέμποντες τον Επιτάφιον αγλαόφωτον με σειράς λαμπάδων. Και η αύρα πραεία εκίνει ηρέμα τους πυρσούς, χωρίς να τους σβύνη, και η άνοιξις έπεμπε τα εκλεκτότερα αρώματά της εις τον Παθόντα και Ταφέντα, ως να συνέψαλλε και αυτή “ώ γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μοι τέκνον!” («Παιδική Πασχαλιά»)». Η θρησκευτική κατάνυξη, αλλά και η «μαγεία» που αναδύεται είναι εμφανής, όπως παρατήρησε και ο Οδ. Ελύτης.
Αδιαμφισβήτητη όμως είναι και η αξία του παπαδιαμαντικού έργου ως ανεξάντλητης πηγής λαογραφικών ειδήσεων, τόσο για τη Σκιάθο, όσο και για την «παλαιά» Αθήνα. Στην «Τελευταία βαπτιστική» περιγράφεται το βάψιμο των αυγών με «ριζάρι, κιννάβαρι και όξος», καθώς και το ζύμωμα των κουλούρων: «Κατ’ έτος την Μεγάλην Πέμπτην, μεγίστη κίνησις εγίνετο εν τη ευρυχώρω αυλή της οικίας. Η θεια Σοφούλα ανεσφουγγώνετο μέχρις αγκώνων και εζήμωνε μόνη της τας τριάκοντα εννέα αυγοκουλούρας διά τους τοσούτους βαπτιστικούς της…εβδομήκοντα και πλέον κοκκώνες, δηλαδή παιδικάς κουλούρας, διά τους βαπτιστικούς, διά τους εγγόνους και τα δισέγγονα».
Στην «Παιδική Πασχαλιά» γίνεται λόγος για το μοιρολόι της Παναγιάς, που τραγουδιέται στη Σκιάθο από σπίτι σε σπίτι ή από τις γυναίκες, καθώς αυτές «ξενυχτούν» τον Εσταυρωμένο. Αναφέρεται ακόμα το στόλισμα του επιταφίου με «ία και κρίνους», η καθιερωμένη σε όλη την Ελλάδα συνήθεια να περνούν οι πιστοί κάτω από τον Επιτάφιο, αλλά και η τοποθέτηση κάτω από αυτόν νερό για το μεταξοσκώληκα, τον «καματερό». Στην «Εξοχική Λαμπρή» γίνεται αναφορά στο χορό της «καμάρας», τον οποίον χόρευαν οι γυναίκες τη Δευτέρα και Τρίτη του Πάσχα, ενώ οι άντρες χόρευαν κλέφτικους χορούς ανήμερα το Πάσχα: «Περί την δείλην είχεν αρχίσει ο χορός, χορός κλέφτικος, διότι αι γυναίκες επεφυλάττοντο διά την Δευτέραν και την Τρίτην, όπως χορεύσωσι τον συρτόν και την καμάρα…»
Με μεγάλη γλαφυρότητα και ζωντάνια περιγράφει το έθιμο της «διαρπαγής» των κεριών του Επιταφίου, τα οποία χρησιμοποιούνταν από τους πιστούς σε ώρες τρικυμίας: «Τέλος επιστρέφομεν εις τον ναόν. Τώρα κατά τα νησιωτικά μας έθιμα, έμελλε να διαδραματισθή μεγάλη επική σκηνή – η διαρπαγή των λαμπάδων. Αι λαμπάδες αι ανημμέναι επί του Επιταφίου, είναι εξόχως θαυματουργοί και μάλιστα εν ώρα τρικυμίας, εις την θάλασσαν. Όθεν οι ναυτικοί, όσοι τυχόν επεδήμουν εις το χωρίον, εφιλοτιμούντο να τας αρπάσωσιν όλας, ζηλοτύπως δε απηγόρευον εις γεωργούς ή χειρωνάκτας να τολμήσουν να βάλωσι χείρα. Πρίν το κουβούκλιο φθάση εις την θύραν του ναού, και πριν εκφωνηθή το «Άρατε πύλας» εκ τρίτου, οι βαστάζοντες ύψωνον το ιερόν κενοτάφιον υψηλά υπεράνω της κεφαλής έως όπου έφθανον οι βραχίονές των, εντεντώνοντο πατώντες επ’ άκρων ονύχων. Διότι μερικοί τολμητίαι εκ δεξιών και αριστερών, επεχείρουν να αρπάσωσι τας λαμπάδας προ της ώρας. Τέλος υψιτενές το Επιτάφιον εισήρχετο είς το ναόν, ενώ τα τουφέκια των πολιτοφυλάκων υψωμένα επροσπάθουν να εμποδίσουσι τας ανατεινόμενας χείρας. Εκεί άλλοι επάτουν επάνω εις το παγκάρι, άλλοι εκαβαλίκευαν υψηλά εις τας κορυφάς των στασιδίων, και εν ριπή οφθαλμού εγίνετο η διαρπαγή των λαμπάδων. Και όπως εις όλα τα πράγματα, η ανισότης επεκράτει κι εδώ. Άλλος έπαιρνε δύο ή τρεις, άλλος μίαν και άλλος καμμίαν».
Δεν παραλείπει όμως ο Παπαδιαμάντης να κάνει λόγο και για το κάψιμο του «Ιούδα» ή – αλλιώς – του «Εβραίου». Στην «Παιδική Πασχαλιά» γράφει: «Όλοι οι εκκλησιαζόμενοι βγήκαν στην πλατεία και εθεώντο την πυρπόλησιν του Εβραίου. Τι άσχημος και τι ευμορφοκαμωμένος ήτο ο Εβραίος. Είχεν μιαν χύτραν εις την κεφαλή, είχε λινάρι ως γένειον. Έφερε και ζεύγος γυαλιά, όμοια μ’ εκείνα, που φορεί η γραία μάμμη, όταν ράπτη ή εμβαλώνει τα παλιά ρούχα της. Είχε και ένα σακκούλι ή πουγγί κρεμασμένον εις το αριστερόν πλευρόν. Εφόρει μακριά φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά. Και αφού τον εκρέμασαν υψηλά, έως επτά οργυιάς επάνω, ήρχισαν οι άνδρες να τον μαστίζουν, να τον τουφεκίζουν όλοι, έως ότου τον έκαυσαν».
Δίκαια λοιπόν ειπώθηκε ότι το ελληνικό Πάσχα θα ήταν «φτωχότερο» χωρίς τον Παπαδιαμάντη, το έργο του οποίου αποδίδει όλη τη θρησκευτική κατάνυξη των πιστών για τα Άγια Πάθη, τη χαρά για την Ανάσταση, αλλά και την ομορφιά της ελληνικής ανοιξιάτικης φύσης. Ζώντας σε μεγάλη πια ηλικία στην Αθήνα νοσταλγεί την «παιδική πασχαλιά» και νιώθει τη λαχτάρα να βιώσει ξανά μια «εξοχική Λαμπρή»: «Χρόνον με τον χρόνον, όσον γηράσκει τις, κυριεύεται από την επιθυμίαν να ευρίσκετο τας ημέρας αυτάς εις μικρόν χωρίον, να ήκουεν όλας τας ακολουθίας των αγίων εορτών εις εν μικρόν εξωκκλήσιον, όπου να υπήρχε εις ιερεύς σεβάσμιος, πράος, ενάρετος και εις ψάλτης με ταπεινήν αλλά γλυκείαν φωνήν, διά να αισθανθή όλη την ποίησιν και το κάλλος των εορτών, να δοξάση μετά των προσφιλών του το Πάσχα, ευχόμενος να αξιωθή και του διαρκούς ουρανίου Πάσχα…»


Βιβλιογραφία:
1. Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΜΙΕΤ, Γ΄ έκδοση, Αθήνα 1999
2. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά διηγήματα, (επιμέλεια: Σπύρου Κοκκίνη), ΕΣΤΙΑ
3. Αφιερώματα της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (Επτά Ημέρες): «Πάσχα στη Σκιάθο» 23/04/1995 & «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης» 21/12/2000

(Την εργασία αυτή την έγραψα το 2000 και τη δημοσιεύσα στο διμηνιαίο φυλλάδιο που εξέδιδε ο Ι.Ν.Αγίου Βασιλείου Πειραιώς τον Απρίλιο του 2000)

Δεν υπάρχουν σχόλια: